Το 1985 η αυστριακή οινική βιομηχανία και ιδιαίτερα οι εξαγωγές της βρέθηκαν στο σημείο μηδέν. Αιτία το αρκετά γνωστό ”αντιψυκτικό σκάνδαλο” νοθείας αυστριακού οίνου με μια ουσία που ονομάζεται δι-αιθυλενό-γλυκόλη και η οποία προσδίδει περισσότερο όγκο στο κρασί. Αν και συγγενής της αιθυλό-γλυκόλης που χρησιμοποιείται ως αντιψυκτικό αυτοκινήτων δεν είναι εξίσου τοξική, οπότε η ονομασία του σκανδάλου είναι ίσως υπερβολική εώς και παραπλανητική. Το περιστατικό βγήκε στην επιφάνεια στην Γερμανία, όπου είχαν διατεθεί μεγάλες ποσότητες νοθευμένου κρασιού, ενώ υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το 10% της συνολικής παραγωγής είχε νοθευτεί. Το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικό για τις εξαγωγές της χώρας οι οποίες βυθίστηκαν ενώ μόνο οι μικροί παραγωγοί επωφελήθηκαν, διότι το τοπικό εμπόριο στράφηκε εναντίον των μεγάλων παραγωγών. Συγκεκριμένα οι εξαγωγές από 30 εκατ. λίτρα το 1985 μειώθηκαν κάτω των 5 εκατ. την επόμενη χρονιά.
Αποτελεί κατά τη γνώμη μου αξιοθαύμαστο επίτευγμα, το πως η Αυστρία από τα τάρταρα του οινικού χάρτη βρίσκεται σήμερα στη θέση να εξάγει τουλάχιστον το 25% της συνολικής παραγωγής, με συνολικές ποσότητες 46.5 εκατ. λίτρων που μεταφράζονται σε 126 εκ.ευρώ. Η δε αύξηση σε σχέση με τα στοιχεία της προηγούμενης χρονιάς (2010) είναι 2.6%, παρά το γεγονός ότι ο όγκος των εξαγωγών μειώθηκε κατά 25% λόγω μικρότερης παραγωγής. Πώς γίνεται αυτό; Σχετικά απλά, αν κατορθώσεις να αυξήσεις την τιμή ανά λίτρο από 1.98 ευρώ σε 2.71 ευρώ. Για να το εξηγήσουμε πιο αναλυτικά, η προσπάθεια της αυστριακή οινικής βιομηχανία να δώσει έμφαση στην βελτίωση της ποιότητας του εμφιαλωμένου κρασιού, είχε ως παρεπόμενο οι εξαγωγές του χύμα κρασιού να παρουσιάσουν σημαντικά πτωτικές τάσεις, ενώ αντίθετα του εμφιαλωμένου να αυξηθούν σε όγκο κατά 13% και σε αξία κατά 5%. Το τελευταίο έτος λοιπόν οι εξαγωγές αναλύονται ως 39 εκατ.λίτρα εμφιαλωμένο και μόλις 7.5 εκατ. χύμα κρασί.
Ποιοί είναι όμως οι πυλώνες της επιτυχίας του αυστριακού κρασιού; Πρώτα απ’όλα η εξαιρετική ποιότητά του. Μία σύντομη περιήγηση στις πιο σημαντικές περιοχές θα μας πείσει. Ξεκινώντας από το Kamptal και τους top παραγωγούς Brundlemayer (η J.Robinson έχει αναφερθεί στο κτήμα ως το ”φάρο” της αυστριακής αμπελοκαλλιέργειας), Schloss Gobelsberg και Jurtschitsch. Συνεχίζουμε με Nigl και Undhof στο Kremstal και μία πληθώρα εξαιρετικών παραγωγών του Wachau. Πιο συγκεκριμένα τα ονόματα του Hirtzberger, Prager, F.X Pichler και Knoll απολαμβάνουν παγκόσμια φήμη για τα Riesling και Gruner Veltliner τους. Απλά δοκιμάστε ένα Riesling Siengerriedel και θα πειστείτε αυτόματα. Στην δε περιοχή της Burgenland, συναντάμε από τα πιο ξεχωριστά αλλά και ιδιαίτερα ακριβά κόκκινα κρασιά που περιέχουν σε αρκετό ποσοστό Blaufrankisch, όπως τα Salzberg και Gabarinza από τον διάσημο Heinrich αλλά και τα κρασιά του Kollwentz, και Moric με το κορυφαίο Neckenmarkter. Ας μην ξεχνάμε και τα γλυκά κρασιά που αντιπροσωπεύονται επάξια από τους Kracher, Opitz και τη Heidi Schrock με τα πραγματικά μοναδικά της Ausbruch. Ακόμα και η σχετική άγνωστη Styria παράγει αξιόλογα αλλά και ανερχόμενα Sauvignon Blanc και Weissburgunder.
Πιθανώς όμως το πιο σημαντικό κομμάτι της επιτυχίας να πρέπει να αποδοθεί στην εκπληκτική προσπάθεια προώθησης του αυστριακού κρασιού από το Austrian Wine Marketing Board(AWMB) που ιδρύθηκε το 1986. Η βασική ομάδα του αποτελείται από 5 νέους ανθρώπους υπό την καθοδήγηση του υπερ-δραστήριου Wilhelm Klingerκαι λειτουργεί ως ένας εθνικός φορέας υπηρεσιών που χρηματοδοτείται μερικώς από τις ομοσπονδιακές κυβερνήσεις (3 εκατ ευρώ ετησίως), από την κεντρική κυβέρνηση(1.8 εκατ) αλλά και από τους παραγωγούς και τις πωλήσεις (55 ευρώ ανά εκτάριο και 1.1 ευρώ ανά εκατόλιτρο). Το AWMB είναι λοιπόν ο εκφραστής μίας συνολικά εθνικής βούλησης και προσπάθειας να προωθηθεί διεθνώς το αυστρικό κρασί.
Οι 3 βασικές στρατηγικές που εφαρμόζει το AWMB στην προσπάθειά του να διαφημίσει το αυστριακό κρασί είναι :
1. Εντατική συνεργασία με τους τομείς του τουρισμού και της γαστρονομίας προκειμένου να ενισχυθεί η φήμη της Αυστρίας ως gourmet χώρα, με απώτερο σκοπό να επωφεληθούν οι πωλήσεις του κρασιού.
2. Ο προσδιορισμός της θέσης του κρασιού ως αυθεντικό προιόν που παράγεται από κυρίως οικογενειακά και παραδοσιακά κτήματα σε αντίθεση με τα μονο-διάστατα και ”βιομηχανικά” προιόντα του διεθνούς εμπορίου. Το μάρκετινγκ στον τομέα αυτό βασίζεται στο ότι το 75% των αμπελώνων καλλιεργούνται είτε με μεθόδους οργανικής είτε ολοκληρωμένης (sustainable) καλλιέργειας.
3. Η υιοθέτηση μίας φιλοσοφίας που ενσωματώνει τους βασικούς πυλώνες της παράδοσης, της φύσης/αυθεντικότητας και της δυναμικής των νέων ανθρώπων.
Οι δε τρόποι που επικοινωνεί τις παραπάνω στρατηγικές είναι μέσω:
-Ενός πάρα πολύ καλά οργανωμένου και πλήρως ενημερωμένου διαδικτυακού τόπου(www.austrianwine.com).
-Συνεχών γευσιγνωσιών ανά τον κόσμο. Ενδεικτικά μόνο τον Φεβρουάριο είναι προγραμματισμένες γευσιγνωσίες Αυστριακών κρασιών στο Λονδίνο και στη Μόσχα για την Prodexpo ενώ το Μάρτιο στο Ντύσσελντορφ για την Prowein και στο Τόκυο κατά τη διάρκεια της Foodex και πάει λέγοντας. Το δε πρόγραμμα γευσιγνωσιών είναι διαθέσιμο για όλο το 2012 στο διαδίκτυο.
- Προσεγμένων ενημερωτικών εκδόσεων που είναι διαθέσιμες στον απλό φίλο του κρασιού. Πρέπει να ομολογήσω ότι βρήκα εξαιρετική την ενενήντα-δύο σελίδων έκδοση ”Austrian Wine In Depth” που δίνει πληροφορίες για το κλίμα, τις περιοχές, τις ποικιλίες, το συνδυασμό φαγητού κρασιού κ.α όπως και την ξεχωριστή έκδοση είκοσι σελίδων ”Austrian Food &Wine” που αν και πρωί-πρωί δεν είχε πρόβλημα να μου ανοίξει την όρεξη.
- Δίνοντας έμφαση στο συνδυασμό των Αυστριακών κρασιών τόσο με την διεθνή κουζίνα όσο και με την ασιατική.
Σε κάθε περίπτωση το AWMB ξέρει να διαχειρίζεται τις διατιθέμενες επικοινωνιακές τακτικές ενώ θέτει και υψηλούς στόχους. Πιο συγκεκριμένα τοποθετεί τον πήχη των εξαγωγών στα 200 εκατ.ευρώ για τα επόμενα χρόνια, πιστεύοντας ότι η αποδοτική χρονιά του 2011 θα είναι η αφετηρία. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αποτελεί τον ένα από τους δύο μεγαλύτερους χορηγούς του Institute of Masters of Wine, με τον άλλο να είναι η πολυεθνική AXA Millesimes. Gruner/nzealand
Δεν είναι όμως μόνο το AWMB που έχει συντελέσει στην ουσιαστική ανάπτυξη του Αυστριακού κρασιού. Άξιοι συμπαραστάτες είναι η Wine Academy (θυγατρική κατά 50% του AWMB) στο Rust που ιδρύθηκε το 1991 και ουσιαστικά αποτελεί το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό σχολείο της Ευρώπης με 900 σεμινάρια και περίπου 17.000 συμμετέχοντες μέχρι τώρα, όπως και η ύπαρξη του οινικού περιοδικού Falstaff. Επιπρόσθετα η συνεργασία του Palais Coburg με την Wine Academy αναμένεται να προσελκύσει ακόμα περισσότερο κόσμο σε γευσιγνωσίες και σεμινάρια.
Τίποτα δεν θα μπορούσε να γίνει όμως, χωρίς ένα σύγχρονο σύστημα ονομασιών προέλευσης, που παραμένει ανοικτό σε αλλαγές και καινοτομίες. Η ύπαρξη μέχρι στιγμής μόλις 7 ονομασιών προέλευσης DAC (Districtus Austriae Controllatus) σε σύνολο 16 οινοπαραγωγικών περιοχών είναι αποτέλεσμα μίας αυστηρής στρατηγικής που θέλει το όνομα μίας συγκεκριμένης περιοχής να αναφέρεται σε ένα ή εξαιρετικά περιορισμένα διακριτά στυλ κρασιών (συνήθως δύο το περισσότερο). Κατ’αυτό τον τρόπο ένας καταναλωτής μπορεί με σχετική ευκολία να εξοικιωθεί με τα βασικά στυλ του αυστριακού κρασιού. Για παράδειγμα το Kamptal DAC αναφέρεται μόνο σε Gruner Veltliner και Riesling ενώ οποιαδήποτε άλλη ποικιλία θα εμφανίζεται κάτω από τη γενικότερη ονομασία Niederosterreich. Επίσης η πρόσφατη κατηγοριοποίηση μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες 54 αμπελώνων ως ”Erste Lage” (αντίστοιχο των first growth ή grand cru) από την ένωση των ίδιων των παραγωγών, δείχνει ότι υπάρχει η πρόθεση από αυτούς να κάνουν ακόμα περισσότερα βήματα προόδου.
Προφανώς και δεν είναι όλα τέλεια στο ”οινικό βασίλειο της Αυστρίας”. Όμως από τη μία η εξαιρετική ποιότητα των κρασιών και από την άλλη ο ενθουσιασμός των μελών της οινικής βιομηχανίας, το μεράκι και η αφοσίωσή τους σε αυτό που κάνουν, καθώς και η διάθεσή τους να πετύχουν, εκτός του να σε προδιαθέτουν θετικά, δείχουν και το δρόμο μίας συνεχώς ανοδικής και επιτυχημένης πορείας.