Παρά την συνεφιασμένη, κυριολεκτικά και μεταφορικά σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα, η δυνατότητα να απολαύσεις το Into the Dark από το περιβόητο cult οινοποιείο Sine Qua Non του Manfred Krankl, αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία ανύψωσης ηθικού. Μπορεί τα κρασιά του SQN να είναι λιγότερο γνωστά από τα διάσημα Screaming Eagle και Harlan από τη Napa Valley, παρουσιάζουν όμως μία διαφορετικότητα σε πολλά επίπεδα που τα καθιστά πραγματικά μοναδικά, πολλές φορές δε, απόλυτα συλλεκτικά.
Πρώτα από όλα οι ποικιλίες που χρησιμοποιούνται είναι οι βασικές ποικιλίες του Ροδανού και όχι το πολυφυτεμένο και λίγο πολύ συνηθισμένο Cabernet Sauvignon, ενώ τα κρασιά δεν είναι Napa Valley αλλά Central Coast AVA. Επιπρόσθετα, κάθε χρόνο οι ονομασίες των κρασιών αλλάζουν όπως και η ακριβής ποικιλιακή τους σύνθεση, αν και η δομή των βασικών blend διατηρείται σταθερή. Αυτά είναι, ένα με βάση το Grenache και ένα με βάση το Syrah καθώς και ένα λευκό από Roussanne, Viognier και Chardonnay. Η γκάμα των κρασιών συνήθως αλλά όχι πάντα συμπληρώνεται από ένα ροζέ από Grenache ή Syrah και έναν επιδόρπιο οίνο που μπορεί να είναι Vin de Paille, TBA μέχρι και Icewine. Με την ετικέττα Mr. K κυκλοφορούσαν μέχρι το 2007 τα κρασιά της συνεργασίας του SQN με τον μακαρίτη Alois Kracher.
Sine Qua Non σημαίνει από τα λατινικά η ”απαραίτητη προυπόθεση” ή ”κάτι που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό” με το παιχίδι της σημειολογίας να συνεχίζεται και στις ετικέττες, όπου πίσω από κάθε διαφορετικό όνομα κρύβεται συνήθως και μία ξεχωριστή ιστορία. Κάθε κρασί του SQN είναι και μία δήλωση της ιδιοσυγκρατικής φυσιογνωμίας του Manfred Krankl με τον ίδιο να σχεδιάζει ακόμα και τις ετικέττες τους. Όλα ξεκίνησαν το 1994 με το Syrah Ace of Spades σε παραγωγή μόλις 100 κιβωτίων. Ένα από αυτά έφτασε στον Robert Parker που πραγματικά απογείωσε το κρασί βαθμολογώντας το με το πολύ υψηλό για την εποχή 95/100. Αρκετά 100/100 ακολούθησαν ενώ τα διαφορετικά ονόματα των κρασιών έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση σε σημείο που κάθε νέο όνομα να αναμένεται με ιδιαίτερη ανυπομονησία.
Ανάμεσα στα δικές μου αγαπημένες ετικέττες ξεχωρίζω τις: A Capella(Pinot Noir), The Bride, Albino και Colibri από τα λευκά blend, καθώς και τα The Antagonists (Grenache), Shot in the Dark και 17th Nail in my Cranium Syrah. Όπως παραδέχεται ο ίδιος δεν θα μπορούσε να επαναλάβει μία συγκεκριμένη χρονιά και αυτό αποτελεί την καρδιά του κάθε κρασιού, το ότι είναι δηλαδή μοναδικό. Η δε ιστορία πίσω από το 17th Nail in my Cranium αναφέρεται στη πτώση ενός άδειου βαρελιού στο κεφάλι του Manfred. Δεκαέξι ράμματα και πολύ τύχη χρειάστηκαν για να αποφευχθεί το μοιραίο, ενώ το 17ο καρφί υποννοεί το ίδιο το κρασί που σχεδόν τον σκότωσε. Όσον αφορά το Shot in the Dark, αν και θα προτιμούσα προσωπικά να σχετιζόταν με το ομώνυμο τραγούδι του Ozzy Osbourne, έχει σχέση με την αδυναμία του Manfred στα όπλα.
Στην επιτυχία του SQN δεν υπήρχε σχέδιο αλλά όλα έγιναν συμπτωματικά εκτός της δεδομένης τάσης φυγής του Manfred από την Αυστρία. Η συναρπαστική του ιστορία έχει λίγο απ’όλα. Αφού δοκίμασε την τύχη του στον Καναδά κατέληξε στην Ελλάδα σε κατάσταση πτώχευσης. Το θετικό στην υπόθεση είναι ότι στη Μύκονο γνώρισε την γυναίκα του Elaine με την οποία είναι 20 χρόνια μαζί και με την οποία συν-οινοποιούν τα κρασιά τους. Φευγαλέα μου περνάει η ιδέα από το μυαλό, να είχε μείνει στην Ελλάδα και τώρα να έφτιαχνε κρασιά με ονόματα όπως ”Referendum” και ”Memorandum”, Δημοψήφισμα και Μνημόνιο αντίστοιχα. Μάλλον ευτυχώς για εκείνον κατέληξε στην Καλιφόρνια και αφού δούλεψε σε κατάστημα τυριών, άνοιξε το δικό του επιτυχημένο εστιατόριο το 1989 με το όνομα Campanille. Για να καλύψει τις αυξημένες οινικές ανάγκες του εστιατορίου άρχισε να παράγει κρασί και μετά όλα τα άλλα είναι ιστορία. Αντισυμβατικός, αινιγματικός, λάτρης της μοτοσυκλέττας -στο σπίτι του έχει καμιά δωδεκαριά BMW και Ducatti- και της τέχνης, δεν έχει ποτέ απομακρυνθεί από την Καλιφόρνια για να προωθήσει τα κρασιά του, πολύ απλά γιατί αυτό δεν τον εκφράζει.
Η φιλοσοφία του Manfred στην οινοποίηση είναι υπερβολικά ήπια, χωρίς pumping over, με πολύ προσεκτική επιλογή του φρούτου και χωρίς κολλάρισμα και φιλτράρισμα εκτός αν είναι απόλυτα αναγκαία. Αρκετό νέο γαλλικό βαρέλι χρησιμοποιείται σε ποσοστό 40-60% για τα λευκά με παραμονή 13-15 μήνες και 60-100% για τα κόκκινα και παραμονή εώς και 24 μήνες. Τα σταφύλια προέρχονται από διάφορους αμπελώνες στην περιοχή της Santa Barbara με πιο σημαντικούς τους 11 Confessions (9 εκτάρια με leasing στη St Rita Hills), Bien Nacido (με συμβόλαιο στη St Maria Valley) ενώ από το 2007 παράγεται με ξεχωριστή ετικέττα το Syrah Next of Kyn από τον ιδιόκτητο αμπελώνα Cumulus στην περιοχή της Ventura που ζουν οι Krankls. H πυκνότητα φύτευσης είναι περίπου 10.000 πρέμνα ανά εκτάριο απίστευτα μεγάλη για περιοχή του Νέου Κόσμου. Ακόμα και πίσω από τα ονόματα των αμπελώνων υπάρχει ανάλογη σημειολογία με αυτή στις ετικέττες. Για παράδειγμα ο αμπελώνας 11 confessions αναφέρεται στην ”εξομολόγηση” της γης με την παρουσία στον αμπελώνα 11 φυτεμένων κλώνων.
Η συνολική παραγωγή δεν ξεπερνάει τα 3.500 κιβώτια αν και κατά δήλωσή του Krankl, εύκολα θα μπορούσε να φτάσει μέχρι και τα 25.000. Αυτό όμως θα τον ανάγκαζε να κάνει περισσότερους υπολογισμούς, συναντήσεις και να πηγαίνει σε περισσότερα επαγγελματικά δείπνα με άλλους οινοποιούς. Αντίθετα, αυτό που απολαμβάνει είναι να πηγαίνει στους αμπελώνες και μετά να περνάει χρόνο δίπλα στα βαρέλια. Προτιμάει δε, να γεμίζει μία φιάλη κρασί που να κοστίζει 3 εκατ. δολάρια παρά να γεμίζει 3 εκατ.φιάλες που να κοστίζει 1 ευρώ έκαστη.
Πριν πάμε στο Into the Dark αξίζει να σημειωθεί ότι τα SQN θεωρούνται πολύ βαριά χαρτιά στις δημοπρασίες. Ένας προφανής λόγος είναι η σπανιότητά τους καθώς η κατά μέσο όρο παραγωγή των Syrah είναι μόλις 700 κιβώτια, ενώ για τα Grenache είναι ακόμα πιο χαμηλή κοντά στα 300. Ας δούμε δύο παραδείγματα: Τα ”17 καρφιά” χρονιάς 2005 κυκλοφόρησαν αποκλειστικά με λίστα στα $200 η φιάλη ενώ το 2010 έφτασαν πάνω από τα $900, ενώ το αρχικό Queen of Spades Syrah του 1994 ξεπέρασε τα $1000, με αρχική τιμή μόνο τα $31. Στον δείκτη δημοπρασιών του περιοδικού Wine Spectator που παρακολουθεί 32 κορυφαία κρασιά, τα Syrah του SQN κυρίως εμπορεύονται σε πολύ υψηλές τιμές, με τον δείκτη τους να έχει σημειώσει άνοδο 163% μεταξύ των χρονιών 1999-2008. Ο συνολικός δείκτης ανόδου για τα υπόλοιπα κρασιά ήταν πολύ χαμηλότερος, κοντά στο 125%.
Το Into the Dark είναι κυρίως Grenache σε ποσοστό 84% μαζί με 8% Mourvedre, 7% Syrah και 1% Viognier κυρίως από τον αμπελώνα 11 Confessions με παραγωγή μόλις 500 κιβωτίων. Το αλκοόλ του όπως μαρτυράει η ετικέττα είναι σούπερ-γενναιόδωρο με 15.9% αναγραφόμενο. Παραθέτω την σημείωσή μου όπως την πέρασα στο cellar tracker: ”An epic wine to drink just before a battle, even better after…if you survive. Explosive nose with evident new oak that is well blended in, toasty and spicy around a core of violets and black fruit. Very concentrated. Thick, juicy and fleshy on palate with vigorous acidity and sophisticated tannins that balance over-generous alcohol/15.9% and full body. Amazing extract, concentration and complexity. Multi-layered with an endless aftertaste. 99/100”. Ειλικρινά πιστεύω ότι κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν το τρόπαιο μίας επικής μονομαχίας.
Δοκιμάζοντας ένα τόσο πληθωρικό κρασί σίγουρα μπαίνεις στον πειρασμό να αγγίξεις το θέμα του υψηλού αλκοόλ. Αν και όχι ο πιο ένθερμος οπαδός των πολύ υψηλόβαθμων σε αλκοόλ κρασιών, πρέπει να παραδεχτώ ότι στο συγκεκριμένο κρασί, αυτό ήταν πολύ καλά ισορροπημένο και κρυμμένο πίσω από μία υψηλότατη οξύτητα, στιβαρές ταννίνες καθώς και μία βελούδινη υφή. Αντίθετα στο κρασί που ακολούθησε βαθμολογημένο με 100/100 από τον Robert Parker, το Chateauneuf Clos St Jean La Combe des Fous 2007 το αλκοόλ αν και σαφώς χαμηλότερο, ήταν εμφανές και ένιωθες το άγγιγμά του, πιθανώς λόγω του ότι ήταν ακόμα νέο και ίσως λίγο ασύνδετο στο στάδιο που βρισκόταν. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα σχέδια του Manfred Krankl είναι η παραγωγή ενός Chateauneuf σε συνεργασία με το Clos St Jean ξεκινώντας από τη χρονιά του 2010. Θα λέγεται Chimere (Χίμαιρα) και θα είναι κυρίως Mourvedre από το διάσημο αμπελώνα La Crau.
Φαίνεται λοιπόν ότι πιο μεγάλη σημασία έχει η ενσωμάτωση του αλκοόλ στο ίδιο το κρασί παρά η ονομαστική του τιμή από μόνη. Παρά ταύτα θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η αύξηση του αλκοόλ που παρατηρείται συγκριτικά με παλαιότερες χρονιές, είναι πιο πολύ αποτέλεσμα των αμπελλουργικών και οινοποιητικών επιλογών (πράσινος τρύγος, μικρότερες στρεμματικές αποδόσεις, πιο αποτελεσματικές ζύμες και όψιμος τρύγος) παρά της ”θέρμανσης του πλανήτη”. Κατά βάθος η αναζήτηση για περισσότερη φαινολική ωριμότητα και η ανασφάλεια κάποιων παραγωγών να τρυγήσουν σε χαμηλότερο αλκοόλ, είναι ο κύριος λόγος και όχι η πολυσυζητημένη αλλαγή κλίματος, χωρίς να σημαίνει ότι και η τελευταία δεν έχει βάλει το χεράκι της. Για παράδειγμα στο Μπορντώ τα επίπεδα αλκοόλ έχουν αυξηθεί αισθητά από το 1970 με τα κρασιά να είναι τώρα συνήθως 13.5% ή και περισσότερο από 12-12.5%. Αυτό είναι κυρίως αποτέλεσμα ενός πιο διεθνούς και γεμάτου στυλ κρασιού που επιδυκνείει ώριμες ταννίνες και πιο απαλή οξύτητα. Βεβαίως αν κάποιος θέλει να διαχειριστεί το αλκοόλ πιο συγκαταβατικά υπάρχουν τρόποι τόσο στο αμπέλι όσο και στο οινοποιείο που δυστυχώς μερικές φορές φαίνεται να αγνοούνται. Θα αναφέρω απλά επιγραμματικά την αλλαγή στην πυκνότητα φύτευσης και στον τρόπο διαχείρισης του φυλλώματος (canopy management), την αλλαγή στην διαχείριση της άρδευσης, την αποφυγή πράσινου τρύγου, την χρήση ανοικτών οινοποιητών με πιο υψηλές θερμοκρασίες ζύμωσης, την χρήση ιθαγενών ζυμών, την μη χρησιμοποίηση υπερώριμου φρούτου και τη δυνατότητα χρήση αναλόγως νομοθεσίας πάντα, των ”αντιφατικών” τεχνικών Reverse Osmosis, Memstar και Spinning Cone.
Γυρνώντας πίσω στα καταπληκτικά κρασιά του SQN, ο Manfred Krankl χωρίς καθόλου απολογητικό ύφος τα περιγράφει ως πιστά στο Καλιφορνέζικο στυλ με έντονα αρώματα, γεμάτο σώμα και υψηλά επίπεδα ωριμότητας. Η επιδίωξή του είναι να δημιουργεί κρασιά υφής και όχι μόνο δύναμης, όπως και το να είναι αυτά τα καλύτερα της περιοχής. Δίχως αμφιβολία πρόκεται για μοναδικά κρασιά, απίστευτης δομής και συμπύκνωσης. Προσωπικά πιστεύω ότι περικλείουν όλα τα στοιχεία που καταδυκνείει ο Robert Parker ως απαραίτητα συστατικά των μεγάλων κρασιών και κυρίως την ικανότητα να ικανοποιούν τόσο την γεύση όσο και το πνεύμα, μαζί με την ικανότητα να γίνονται καλύτερα με κάθε γουλιά.
Το Sine Qua Non Into the Dark 2004 ήταν μία γενναιόδωρη προσφορά του Στέφανου Τσαλαβούτα AIWS από την προσωπική του κάβα.