Δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστες ώρες από την στιγμή που πληροφορήθηκα τον πρόωρο χαμό του σπουδαιότερου Έλληνα οινοποιού. Ειρωνεία μάλιστα το γεγονός ότι ενώ ανέβασα πολλά “καθυστερούμενα” post αυτές τις ημέρες, δεν επισκέφθηκα την αρχική σελίδα του Drinking.gr στην οποία το γεγονός είχε ήδη ανακοινωθεί.
Ειρωνεία άραγε ή ένστικτο; Έτσι και αλλιώς δεν έχει σημασία, αφού ο Γιάννης Αργυρός δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Έφυγε σιωπηλά, όπως σιωπηλός ήταν πάντα.
Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη μου συνάντηση στο οινοποιείο του το 1999, όταν ετοίμαζα τον οδηγό Only the Best. Εγώ με το μπλοκάκι μου και όλη την ανασφάλεια του πρωτάρη να ρωτάω όλες αυτές τις ανούσιες -οινολογικού περιεχομένου- διευκρινήσεις και αυτός αγέλαστος και ανέκφραστος να απαντά με ένα κούνημα του κεφαλιού και σπανιότερα με ένα ναι ή με ένα όχι.
Στην αρχή πίστευα ότι απλά με …διερευνούσε. Ότι προσπαθούσε να ζυγίσει τι σόι κουμάσι είναι αυτό το καινούργιο φρούτο της οινοδημοσιογραφίας. Ότι έπρεπε να τον κερδίσω για να μου αποκαλύψει τα μυστικά των συγκλονιστικών κρασιών του.
Και όλα αυτά γιατί απλά δεν ήξερα ότι έτσι ήταν ο Γιάννης Αργυρός. Εσωστρεφής και λιγομίλητος. Τόσο μάλιστα, που ίσως το γεγονός αυτό να εξηγεί γιατί το μεγαλείο της δουλειάς του άργησε να αναγνωριστεί τόσο πολύ.
Στην Ελλάδα βέβαια έχουμε αμέτρητους παραγωγούς που λένε πολύ μεγάλα λόγια και φτιάχνουν πολύ λίγα κρασιά. Αυτός έλεγε πολύ λίγα λόγια και απλά έφτιαχνε πολύ μεγάλα κρασιά…
Πλέον φαντάζει στα μάτια μου μεγάλη τιμή το ότι ήμουν από τους πρώτους που πίστεψα στην μοναδικότητά του. Δεν λέω φυσικά ότι άλλοι πριν από μένα δεν τον είχαν ανακαλύψει, αλλά από την πρώτη στιγμή ήμουν από τους ανθρώπους που τον θεώρησαν τον πρώτο μεταξύ των πρώτων στην Σαντορίνη. Και βέβαια αυτό σήμαινε τον πρώτο μεταξύ των πρώτων σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Έκτοτε βέβαια ο Γιάννης Αργυρός έχει καταξιωθεί και βραβευτεί όσο λίγοι Έλληνες σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως ένας τίτλος που του λείπει –και θα ήθελα πολύ να μπορούσα εγώ να του τον απονείμω- είναι αυτός του Απόλυτου Terroirist, αφού με έναν μαγικό τρόπο κατάφερε να φέρνει στα ποτήρια μας ωμά, τα σπλάχνα της Θηραϊκής γης. Βλέπετε πολλοί είναι αυτοί που συζητούν για terroir, όμως είναι αυτοί οι ίδιοι που το κρύβουν κάτω από τόνους αλκοόλης, νέου βαρελιού ή αρωματικών τεχνασμάτων.
Ακόμα και αυτοί οι ελάχιστοι που τα καταφέρνουν εξίσου καλά με αυτόν, θα χρησιμοποιήσουν “οινικά γυαλόχαρτα και αλοιφές” προκειμένου να γλυκάνουν και να γυαλίσουν τα κρασιά τους. Όμως ο Γιάννης Αργυρός κατάφερνε πάντα με έναν συγκινητικό τρόπο να μεταφέρει σε κάθε του μπουκάλι αυτούσια, αιχμηρή και σκληρή την ανελέητη μαγεία της Σαντορίνης.
Τα κρασιά του αυστηρά και τραχιά, σαν τα σκαμμένα χέρια και το ηλιοκαμένο του πρόσωπο από τις ατέλειωτες ώρες στο αμπέλι. Τα οποία ωστόσο, μετά από μια πενταετία αρχίζουν να μαλακώνουν και να δείχνουν ένα πιο γλυκό, ανθρώπινο πρόσωπο. Ακριβώς σαν και αυτό που μου έδειχνε δέκα χρόνια μετά την πρώτη μας γνωριμία, όταν δίπλα στο “ναι” και το “όχι” μου χαμογελούσε αμήχανα και με ρώταγε “για πες μου, πως σου φαίνεται”;
Σκεφτόμουνα –παρά το προχωρημένο της ώρας- να ανοίξω μια φιάλη από το συγκλονιστικό του Κτήμα. Όμως δεν χρειάζεσαι έμπνευση όταν γράφεις για τον Αργυρό· το μόνο που χρειάζεσαι είναι να καταπολεμήσεις την συγκίνηση…
Ο ειρμός αρχίζει να χάνεται οπότε μάλλον είναι ώρα να σταματήσω- άλλωστε και αυτός όπως είπαμε δεν αγαπούσε τις πολυλογίες!- αφού βέβαια ευχηθώ στους δικούς του ανθρώπους καλό κουράγιο αλλά και δύναμη για να συνεχίσουν το ανεπανάληπτο έργο του. Και αυτός να συνεχίζει να απολαμβάνει από εκεί απάνω το Βαρέλι, το Κτήμα και το Vinsanto του ρωτώντας τους Αγγέλους “για πείτε μου, πως σας φαίνεται;”
Αν και απόφοιτος του Οικονομικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1999 ο Σίμος Γεωργόπουλος προτίμησε ένα καλό κρασί από μια καλή μετοχή. Έτσι αφοσιώθηκε στην καλή ζωή αρθρογραφώντας σε έντυπα όπως το Gourmet της Ελευθεροτυπίας, το Status, το Ευ Ζην, διδάσκοντας οινοχοία στη σχολή Le Monde, κυκλοφορώντας βιβλία όπως το “Ένα ποτήρι γεμάτο Ελλάδα” και συμβουλεύοντας εστιατόρια όπως την Σπονδή.
Ακόμα και όταν δεν φορά κόκκινη μπλούζα, η σκληρή του πένα τον έχει κάνει αγαπημένη ενασχόληση των Ελληνικών οινοπαραγωγικων ταύρων!