Ίσως κάποιος θα θεωρούσε ότι αυτό το post δεν θα έπρεπε να έχει θέση στην κατηγορία του κρασιού αλλά σε αυτή του φαγητού, όμως αφ’ ενός το λάδι έχει περισσότερα κοινά με το πρώτο από ότι με το δεύτερο και αφ’ ετέρου η εκδήλωση περί ου ο λόγος οργανώθηκε –και μάλιστα άψογα- από τις πάντα δραστήριες Ελληνίδες του Κρασιού.
Η κατάμεστη αίθουσα της Αίγλης του Ζαππείου διόλου δεν διέφερε από μια αίθουσα γευσιγνωσίας κρασιού με πολλά ποτήρια, πτυελοδοχεία, έντυπα γευσιγνωσίας αλλά και ένα μήλο(!) σε ρόλο ψωμιού για να καθαρίζει την παλέτα κατά την διάρκεια της δοκιμής 5 λίαν ενδιαφερόντων ελαιολάδων.
Πριν την γευσιγνωσία όμως οι κυρίες Λαζαράκη και Χριστοπούλου –γευσιγνώστριες ελαιολάδου που έχουν αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στο μοναδικό αυτό προϊόν- αποκάλυψαν τα μυστικά του Ελαιόλαδου και μας ξενάγησαν στις ποικιλίες ελαιοκάρπων, τις περιοχές προέλευσης και τις κατηγορίες ποιότητας του.
Φυσικά η γευστική δοκιμή ήταν το κερασάκι στην τούρτα της βραδιάς, αφού τα εξαιρετικά λάδια της Γαίας προσέφεραν πανδαισία φρουτένιων, ανθικών, βοτανικών, ξηροκαρπάτων και μπαχαρένιων αρωμάτων. Δίπλα τους επιλεγμένα ελαττωματικά δείγματα αποκάλυψαν τα πιο συνηθισμένα προβλήματα που αμέτρητες φορές έχουμε συναντήσει σε –χύμα κυρίως- ελαιόλαδα και σχετίζονται με την πρώτη ύλη και την κακή “οινοποίηση” στο ελαιοτριβείο. Όμως ακόμα και όταν ένα λάδι μπει σε τέλεια κατάσταση στη φιάλη, έχει να αντιμετωπίσει την ανελέητη επίδραση του χρόνου, που σε αντίθεση με την περίπτωση των εκλεκτών κρασιών πάντα δρα σε βάρος της ποιότητας προσδίδοντας (το λιγότερο) μια πλαδαρότητα και μια αξιοσημείωτη πτώση των αρωμάτων ακόμα και μετά από λίγους μήνες.
Σε όλους εμάς πάντως που έχουμε συνηθίσει τον πιο ποιητικό και ελεύθερο λόγο του κρασιού, τα αυστηρά πλαίσια στα οποία κινείται η γευσιγνωσία του ελαιολάδου φαντάζει πολύ πεζή και περιοριστική. Ιδιαίτερα σε μια χώρα που με την ποιότητα και την ποσότητα του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου που παράγει, πρέπει να δημιουργήσει τον μύθο. Γιατί βέβαια δεν είναι δυνατόν ο Καλιφορνέζος να πουλά 50 και 70$ τα μπουκαλάκια των 500ml (ναι των 500, όχι των 5000!!) που προέρχονται από κάτι 5χρονα δέντρα ή ο Τοσκανέζος να κάνει το ίδιο σε euro (προσφέροντας τουλάχιστον εξαιρετικό λάδι) και η Ελλάδα να μην μπορεί. Ούτε βέβαια να προβάλουμε συνεχώς σαν στρατηγική marketing την υγιεινή πλευρά του ελαιόλαδου και την τόσο ξεπερασμένη πια –στην πράξη, όχι στη θεωρία- Μεσογειακή ή Κρητική διατροφή, την στιγμή που οι Έλληνες είναι ανάμεσα στους πιο παχύσαρκους του κόσμου και τα Ελληνόπουλα τα πιο χοντρά παιδιά της Ευρώπης.
Ας ελπίσουμε ότι οι άνθρωποι που κρασιού που έχουν αρχίσει να εμβαθύνουν στα του ελαιολάδου –μεταξύ των οποίων και μέλη των Ελληνίδων του Κρασιού με προεξέχουσα την Μαρία Κατσούλη- να μην “πνιγούν” μέσα σε αυτό αλλά να μεταφέρουν την οινική κουλτούρα και σκέψη στον χώρο.
Μέχρι τότε, εμείς οι απλοί φίλοι του καλού λαδιού ας το βάλουμε σε μια τουλίπα, ας απολαύσουμε τα σύνθετα αρώματά του και με μια μικρή γουλιά ας νοιώσουμε το φρουτώδες της ελιάς, τον αρμονικό πικάντικο χαρακτήρα και την μοναδική πίκρα που προσφέρει ένα κορυφαίο δείγμα. Κατόπιν ας το στάξουμε ωμό πάνω από τα αγαπημένα μας φαγητά απογειώνοντάς τα σε ένα άλλο γευστικό επίπεδο. Και τέλος ας το προστατεύσουμε από την οξείδωση όπως θα κάναμε με το πλέον ευαίσθητο κρασί μέχρι την επόμενη γευσιγνωσία· η οποία δεν θα πρέπει να αργήσει και πολύ!
Αν και απόφοιτος του Οικονομικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1999 ο Σίμος Γεωργόπουλος προτίμησε ένα καλό κρασί από μια καλή μετοχή. Έτσι αφοσιώθηκε στην καλή ζωή αρθρογραφώντας σε έντυπα όπως το Gourmet της Ελευθεροτυπίας, το Status, το Ευ Ζην, διδάσκοντας οινοχοία στη σχολή Le Monde, κυκλοφορώντας βιβλία όπως το “Ένα ποτήρι γεμάτο Ελλάδα” και συμβουλεύοντας εστιατόρια όπως την Σπονδή.
Ακόμα και όταν δεν φορά κόκκινη μπλούζα, η σκληρή του πένα τον έχει κάνει αγαπημένη ενασχόληση των Ελληνικών οινοπαραγωγικων ταύρων!